Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Socos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Socos. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ο δρόμος προς την αγάπη


ο 
δρόμος προς την 
αγάπη 
είναι σπαρμένος 
μάτια γατιών 
μεσ' στο σκοτάδι 
και τη σιωπή 
π' απλώνεται γύρω 
σα δίχτυ χαράς 
ο δρόμος προς 
την αγάπη 
είναι νυχτερινός 
πηγαίνει ψηλά 
και φτάνει 
εκεί όπου 
το μπλε 
του κοβαλτίου 
κι ακόμη το κίτρινο 
-του καδμίου- 
δεν είναι πια τα χρώματα 
με τα οποία 
βάφω 
τις ζωγραφιές μου 
αλλά λεπτές 
μουσικές 
άρπας 
κινύρας 
και 
σείστρων 
φυγής 

σείστρων 
φυγής 
σιγής 
γης 

Στα όρη της Μυουπόλεως Ι-ΙΙΙ
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής





Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Εγγονόπουλος




«… πολύ σιωπηλά είναι όλα, κι η σιωπή είναι
καλή μονάχα σαν κλείνει μέσα της χαρά.
Αλλιώς τη φοβάμαι…» -Λη

τα σπέρματα
των λυκανθρώπων
κουράζουν
τα πηδάλια
του ορίζοντος
ριχτούν
αναμμένες φλογέρες
μέσα
στα ματωμένα φουστάνια
που κρέμονται

στα πυκνά κλαριά
των δέντρων
πνίγουν κοράκια
μεσ' στους καθρέφτες
ζητούν
τη δικαιοσύνη
και τον οίκτο
των
παιδιών

εγώ
-όμως-
βάζω κόκκινα λουλούδια
μεσ' στα μαλλιά της
ορθώνομαι
ολόγυμνος
μέσα σε κήπους
πορφυρούς
χάνομαι
μέσα σε
σκοτεινές σπηλιές
που κρυφτούν
βαθιά
ραφτομηχανές
και ψάρια
κίτρινα
που μιλούν
σα λουλούδια

κι ίσως
εγώ να είμαι πια
αυτός ο λυκάνθρωπος

των αστραπών
αυτός που λεν
-σα βραδιάζει-
ο «άνθρωπος παρένθεσις»
μες στις φυσούνες
της πλεκτάνης
στα
σάβανα
της πορείας
εν ώρα
νυκτός
όταν
πεθαίνει
ένα πουλί
σα θειαφοκέρι

κι έτσι πέφτουν
-σταλαματιά, σταλαματιά-
στους κρόταφους
των απεγνωσμένων
κλειδοκυμβάλων
τα ζευγάρια
των απογοητευμένων
κι ένα
βαρύ σύννεφο
από μακριά
ξανθά μαλλιά
-με μάτια φαιά-
πετάει αθόρυβα
μες σε
στενόμακρα υπόγεια
οπ' ανθούν μόνο
λιμάνια

και
γυπαετοί

κι είναι η σιωπή
φωτιά
μιαν ανεμόσκλα
που τοποθετούν
προσεκτικά
στα χείλια
κι ένα άσπρο
άλογο
που είναι
ένα δέντρο
κοντά στη θάλασσα
κι ένα κόκκινο
άλογο
σαν
σημαία

και τρέχω
πάνω στα νερά
-ακούραστα-
με το λυρικό
ποδήλατο
με την περικεφαλαία
της αγάπης

κι όταν φτάσω
στο τελευταίο
σκαλί
της σκοτεινής
αυτής σκάλας

κι ανοίξω
την πόρτα
του δωματίου
τότες μόνε αντιλαμβάνομαι
πως το δωμάτιο
ήταν
-είναι-
ένας μεγάλος κήπος
γιομάτος μουσική
και
ζωγραφιές

-ένα δωμάτιο
γεμάτο σεντόνια
ριχμένα
μέσα στον κήπο-

σεντόνια
π' άλλα ανεμίζανε
σα σημαίες
κι ωσάν
υελοπίνακες
κι άλλα ήτανε
ριχμένα κάτω
σαν καθρέφτες
κι άλλα
μιλούσαν
λέξεις άναρθρες
σαν καπνοδόχες
κι άλλα στρωμένα
σε κρεβάτια
σαν κομήτες

άλλα έμοιαζαν
κανάτια
άλλα ήτανε
σαν προβοσκίδες
κι άλλα
έντυναν
με δροσιά
και τραγικές κραυγές
γυναίκες ολόγυμνες
κι ωραίες

έτσι
που πρέπει
-ίσως ναν κι ανάγκη απόλυτη-
να παραβάλω
την όλη
κατάσταση
μ' ένα γυαλί
που όταν
βάζεις
το μάτι
βλέπεις
ένα βαθύ
πηγάδι
και στο
βάθος
ένα
πουλί

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Κοκαΐνη


Παγκόσμια ημέρα ποιήσης είναι σήμερα οπότε...


Απ’ την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά,
παράλυτος μ’ εκφυλισμένα μάτια,
ποιος θά 'ρθει να με σώσει μια νυχτιά;

Οραματίζομαι συχνά μιαν ύπαρξη
μια κόρη με τα κάλλη τα περίσσια
που θα με φέρει στην αλήθεια, ίσια
που θα με βγάλει απ’ τον έκλυτό μου βίο...
Αντίο...

Θα βρω μια θεία ξεκούραση στα χέρια της,
και στο κορμί μου θ’ απλωθεί αθάνατος
βαρύς και μελαγχολικός ο θάνατος.

(Ω, τι γλυκά που ζει κανείς στο πέλαγος
των αναμνήσεων, έξω των ορίων
των γνώριμών μας των περιθωρίων
που κυβερνούν εχθροί και φίλοι-πίθηκοι,
ανήθικοι,
στο βάθος βυθισμένοι των οργίων...)

Μέσα στην αγκαλιά σου, με κατάνυξη
βλέπω δειλά να μου χαμογελάς σαν άνοιξη
γεμάτη ανθούς και μύρα στολισμένη
Αγαπημένη...

Γύρε σιμά και δως μου το χεράκι σου
να τ’ ακουμπήσω λίγο στην καρδιά μου,
Κυρά μου

Απ’ την κραιπάλη που με πλάκωσε βαρειά
και που στεγνά τη φθείρει τη Ζωή μου
εσύ θα ‘ ρθείς, Θεά μου εξωτικιά
να σώσεις τη χαμένη ύπαρξή μου

Η απόλαυσή σου έντονη σα βέλος
ας έρθει να μου δώσει ένα τέλος.

Μάριος Βαϊανός



Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Socos


Θέλω να καρφώσω το κρεβάτι μου
στο ταβάνι, να έρθεις να ξαπλώσεις
και να ονειρευτείς τους φόβους σου
να πέφτουν τα δάκρυά σου αλλά πριν
αγγίξουν το πάτωμα να γίνονται
πεταλούδες και όπου στέκονται
αυτές, λευκά κλαδιά, ανθισμένα,
αμυγδαλιάς κι εκεί που θ’ ακουμπούν
τα ανθοπέταλα, θάλασσα, η αγκαλιά
μου και ο ανικανοποίητος πόθος μου
για σένα και μες στη θάλασσα
δελφίνια να χορεύουν το βαλς του
ονείρου σου, και οι ουρές τους να
χαράζουν στο βυθό το όνομά σου…