Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας το Τρένο



Περίμενε εδώ και πολλές ώρες το τρένο. Ίσως ήταν μέρες, ίσως εβδομάδες. Ήταν δύσκολο να πει – ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει εδώ μέσα. Καθόταν σε μια θέση και παρατηρούσε με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω του. «Δες πόσο καλοφτιαγμένος είναι αυτός ο σταθμός αναμονής», σκεπτόταν. «Τι όμορφες που είναι αυτές οι θέσεις με το ξύλο και την υφασμάτινη φόδρα. Κι αυτά τα παράθυρα, πόσο επιβλητικά φαντάζουν με όλες αυτές τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Κρίμα που τα έχουν κλειστά όλη την ώρα. Όπως και να’ χει όμως – όταν θα έρθει το τρένο, λίγη σημασία θα έχουν πια αυτά».

Για να περάσει η ώρα κοιτούσε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Εκείνη τη γυναίκα με το σκυλάκι. Τον άντρα που διάβαζε εφημερίδα. Το ζευγάρι που μιλούσε σε συνωμοτικό σχεδόν τόνο, χαμογελώντας με νόημα, ανταλλάσσοντας ποιος ξέρει τι λόγια αγάπης. Την παρέα από νέους που έμοιαζαν κουρασμένοι από κάποιο μακρινό ταξίδι. Τον μεσήλικα με τον σκούφο και τα χοντρά γυαλιά που κοιτούσε το ρολόι του. Τον παράξενο τύπο με το καπέλο που τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάποιες στιγμές βαριόταν – βαριόταν όλη αυτή την αναμονή. Και τότε άρχιζε να σκέπτεται. Έφερνε στο νου όλες τις διαφορετικές στάσεις της διαδρομής του, μία μία. Είχε προγραμματίσει προσεκτικά το ταξίδι του – ω, πόσα όνειρα έπλαθε εδώ και καιρό! Πρώτα θα κάνει αυτό κι εκείνο, έπειτα το άλλο. Και έχτιζε φαντασιώσεις, κάστρα με τη σκέψη του. Θα πάει εδώ, θα πάει εκεί, θα δει εκείνο κι εκείνο. Δεν έμενε παρά να έρθει επιτέλους αυτό το τρένο – να ξεκινήσει! Μα πόση ώρα πια θα περιμένει;

Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Η γυναίκα με το σκυλάκι είχε φύγει και μια άλλη είχε πάρει τη θέση της – κρατούσε ένα κλουβί. Το κλουβί ήταν άδειο. Ο άντρας με την εφημερίδα είχε αντικατασταθεί από άλλον – ο πρώτος διάβαζε τα πολιτικά, ο καινούργιος τα αθλητικά. Ένα άλλο ζευγάρι αγαπημένων είχε αντικαταστήσει το παλιό – οι πρώτοι ήταν νέοι, αυτοί εδώ ήταν ηλικιωμένοι. Για δες – έμοιαζαν σχεδόν με το ίδιο ζευγάρι, μεγαλύτερο σε ηλικία… Ήταν λες και όλα αυτά είχαν κάποιο αδιόρατο νόημα, το οποίο όμως αδυνατούσε να συλλάβει.

Και συνέχιζε να φαντασιώνεται. «Όταν έρθει το τρένο θα ξεκινήσω επιτέλους να χτίζω τη ζωή μου. Όλα όσα δεν έκανα ως τώρα θα τα κάνω. Κάθε στάση κι ένα όνειρο. Τόσα μέρη να δω, τόσα να κάνω! Πόσα σχέδια έχω καταστρώσει! Μένει να έρθει επιτέλους…»

Και περίμενε. Και περίμενε. Ο κόσμος γύρω του ερχόταν κι έφευγε. Ακόμα κι εκείνος ο παράξενος τύπος με το καπέλο, που κοιμόταν όλη την ώρα, είχε πια αποχωρήσει.

Είχε μείνει μόνος.

Πρόσεξε τότε έναν υπάλληλο. «Συγγνώμη, κύριε», τον ρώτησε. «Μπορείτε να μου πείτε πότε θα έρθει το τρένο; Γιατί περιμένω πάρα πολλή ώρα – δεν ξέρω και γω πόση. Μοιάζει λες και έχουν περάσει χρόνια από τότε που ήρθα».

Ο υπάλληλος τον κοίταξε απορημένος. «Το τρένο, κύριε;»

«Ναι! Το τρένο!», απάντησε εκνευρισμένος. «Τόσο παράξενο σου φαίνεται; Πόση ώρα πια θα περιμένω σε αυτόν εδώ τον σταθμό;»

O υπάλληλος τον παρατήρησε σιωπηλός. «Κύριε…», του είπε. «Βρίσκεστε ΜΕΣΑ στο τρένο.»

Είχε χάσει τα λόγια του. «Μέσα στο τρένο; Μα τότε, αυτά τα παράθυρα…». Έτρεξε αμέσως προς τα κλειστά παράθυρα και με κόπο τα άνοιξε. Και τι να δει – έξω ο κόσμος έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα! Έτρεχε ασταμάτητα, το τοπίο γύριζε σαν σβούρα. Τόσο γρήγορα που ένιωσε αναγούλα.

«Μέσα στο τρένο… Βρίσκομαι μέσα στο τρένο…», επαναλάμβανε, αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνο που νόμιζε για σταθμό αναμονής, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο το βαγόνι. «Τα όνειρα που έπλαθα… τόση αναμονή, τόσο καιρό… πόσα χρόνια βρίσκομαι εδώ; Μέσα στο τρένο λοιπόν;...»

«Ναι, κύριε», έκανε ο υπάλληλος. «Βρίσκεστε μέσα στο τρένο. Μα όχι για πολύ ακόμα. Σε λίγο φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής».


ΠΗΓΗ