Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση/Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση/Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

somewhere i have never travelled,gladly beyond


somewhere i have never travelled, gladly beyond
any experience,your eyes have their silence:
in your most frail gesture are things which enclose me,
or which i cannot touch because they are too near

your slightest look easily will unclose me
though i have closed myself as fingers,
you open always petal by petal myself as Spring opens
(touching skilfully,mysteriously)her first rose

or if your wish be to close me, i and
my life will shut very beautifully ,suddenly,
as when the heart of this flower imagines
the snow carefully everywhere descending;

nothing which we are to perceive in this world equals
the power of your intense fragility:whose texture
compels me with the color of its countries,
rendering death and forever with each breathing

(i do not know what it is about you that closes
and opens;only something in me understands
the voice of your eyes is deeper than all roses)
nobody,not even the rain,has such small hands
E. E. Cummings 

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

Περιμένοντας το Τρένο



Περίμενε εδώ και πολλές ώρες το τρένο. Ίσως ήταν μέρες, ίσως εβδομάδες. Ήταν δύσκολο να πει – ο χρόνος φαινόταν να έχει σταματήσει εδώ μέσα. Καθόταν σε μια θέση και παρατηρούσε με ενδιαφέρον τον κόσμο γύρω του. «Δες πόσο καλοφτιαγμένος είναι αυτός ο σταθμός αναμονής», σκεπτόταν. «Τι όμορφες που είναι αυτές οι θέσεις με το ξύλο και την υφασμάτινη φόδρα. Κι αυτά τα παράθυρα, πόσο επιβλητικά φαντάζουν με όλες αυτές τις ξυλόγλυπτες διακοσμήσεις. Κρίμα που τα έχουν κλειστά όλη την ώρα. Όπως και να’ χει όμως – όταν θα έρθει το τρένο, λίγη σημασία θα έχουν πια αυτά».

Για να περάσει η ώρα κοιτούσε τον κόσμο που πήγαινε κι ερχόταν. Εκείνη τη γυναίκα με το σκυλάκι. Τον άντρα που διάβαζε εφημερίδα. Το ζευγάρι που μιλούσε σε συνωμοτικό σχεδόν τόνο, χαμογελώντας με νόημα, ανταλλάσσοντας ποιος ξέρει τι λόγια αγάπης. Την παρέα από νέους που έμοιαζαν κουρασμένοι από κάποιο μακρινό ταξίδι. Τον μεσήλικα με τον σκούφο και τα χοντρά γυαλιά που κοιτούσε το ρολόι του. Τον παράξενο τύπο με το καπέλο που τον είχε πάρει ο ύπνος.

Κάποιες στιγμές βαριόταν – βαριόταν όλη αυτή την αναμονή. Και τότε άρχιζε να σκέπτεται. Έφερνε στο νου όλες τις διαφορετικές στάσεις της διαδρομής του, μία μία. Είχε προγραμματίσει προσεκτικά το ταξίδι του – ω, πόσα όνειρα έπλαθε εδώ και καιρό! Πρώτα θα κάνει αυτό κι εκείνο, έπειτα το άλλο. Και έχτιζε φαντασιώσεις, κάστρα με τη σκέψη του. Θα πάει εδώ, θα πάει εκεί, θα δει εκείνο κι εκείνο. Δεν έμενε παρά να έρθει επιτέλους αυτό το τρένο – να ξεκινήσει! Μα πόση ώρα πια θα περιμένει;

Κόσμος πήγαινε κι ερχόταν. Η γυναίκα με το σκυλάκι είχε φύγει και μια άλλη είχε πάρει τη θέση της – κρατούσε ένα κλουβί. Το κλουβί ήταν άδειο. Ο άντρας με την εφημερίδα είχε αντικατασταθεί από άλλον – ο πρώτος διάβαζε τα πολιτικά, ο καινούργιος τα αθλητικά. Ένα άλλο ζευγάρι αγαπημένων είχε αντικαταστήσει το παλιό – οι πρώτοι ήταν νέοι, αυτοί εδώ ήταν ηλικιωμένοι. Για δες – έμοιαζαν σχεδόν με το ίδιο ζευγάρι, μεγαλύτερο σε ηλικία… Ήταν λες και όλα αυτά είχαν κάποιο αδιόρατο νόημα, το οποίο όμως αδυνατούσε να συλλάβει.

Και συνέχιζε να φαντασιώνεται. «Όταν έρθει το τρένο θα ξεκινήσω επιτέλους να χτίζω τη ζωή μου. Όλα όσα δεν έκανα ως τώρα θα τα κάνω. Κάθε στάση κι ένα όνειρο. Τόσα μέρη να δω, τόσα να κάνω! Πόσα σχέδια έχω καταστρώσει! Μένει να έρθει επιτέλους…»

Και περίμενε. Και περίμενε. Ο κόσμος γύρω του ερχόταν κι έφευγε. Ακόμα κι εκείνος ο παράξενος τύπος με το καπέλο, που κοιμόταν όλη την ώρα, είχε πια αποχωρήσει.

Είχε μείνει μόνος.

Πρόσεξε τότε έναν υπάλληλο. «Συγγνώμη, κύριε», τον ρώτησε. «Μπορείτε να μου πείτε πότε θα έρθει το τρένο; Γιατί περιμένω πάρα πολλή ώρα – δεν ξέρω και γω πόση. Μοιάζει λες και έχουν περάσει χρόνια από τότε που ήρθα».

Ο υπάλληλος τον κοίταξε απορημένος. «Το τρένο, κύριε;»

«Ναι! Το τρένο!», απάντησε εκνευρισμένος. «Τόσο παράξενο σου φαίνεται; Πόση ώρα πια θα περιμένω σε αυτόν εδώ τον σταθμό;»

O υπάλληλος τον παρατήρησε σιωπηλός. «Κύριε…», του είπε. «Βρίσκεστε ΜΕΣΑ στο τρένο.»

Είχε χάσει τα λόγια του. «Μέσα στο τρένο; Μα τότε, αυτά τα παράθυρα…». Έτρεξε αμέσως προς τα κλειστά παράθυρα και με κόπο τα άνοιξε. Και τι να δει – έξω ο κόσμος έτρεχε, έτρεχε, έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα! Έτρεχε ασταμάτητα, το τοπίο γύριζε σαν σβούρα. Τόσο γρήγορα που ένιωσε αναγούλα.

«Μέσα στο τρένο… Βρίσκομαι μέσα στο τρένο…», επαναλάμβανε, αδυνατώντας να πιστέψει πως εκείνο που νόμιζε για σταθμό αναμονής, ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο το βαγόνι. «Τα όνειρα που έπλαθα… τόση αναμονή, τόσο καιρό… πόσα χρόνια βρίσκομαι εδώ; Μέσα στο τρένο λοιπόν;...»

«Ναι, κύριε», έκανε ο υπάλληλος. «Βρίσκεστε μέσα στο τρένο. Μα όχι για πολύ ακόμα. Σε λίγο φτάνουμε στο τέλος της διαδρομής».


ΠΗΓΗ 
 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2015

Σώπα, μη μιλάς



Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".

Στο σχολείο μου κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"

Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πεις τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρεις το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι
"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού,
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις, σώπα"

Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά,
η γυναίκα μου ήταν τίμια κι εργατική και
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή, που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δαύτους γνωριμίες ζηλευτές,
με τους γείτονες, μας ένωνε, όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ένας, σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα οι κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσα μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτήκαμε πολλοί
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη, αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ
εύκολα, μόνο με το Σώπα.
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου, στο παιδί σου, στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσα σου
και κάν' την να σωπάσει.
Κόψ' την σύρριζα.
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις από το βραχνά να μιλάς,
χωρίς να μιλάς να λες "έχετε δίκιο, είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

Και δεν θα μιλάς,
θα γίνεις φαφλατάς,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς.

Κόψε τη γλώσσα σου, κόψ' την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός.
Αφού δε θα μιλήσεις, καλύτερα να το τολμήσεις. Κόψε τη γλώσσα σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσα μου,
γιατί νομίζω πως θα' ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο,
με έναν ψίθυρο, με ένα τραύλισμα, με μια κραυγή που θα μου λέει:
ΜΙΛΑ!

Aziz Nesin



Κυριακή 5 Οκτωβρίου 2014

Η Θάλασσα


Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους --
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται -- ἕνας τὴν πληρώνει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ


Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό.

Το κρεμμύδι έχει τόσες σελίδες όσο το Πόλεμος και Ειρήνη και καθεμιά τους είναι αρκετά αψιά για να κάνει ακόμα κι έναν δυνατό άντρα να δακρύσει, αλλά όσες οι φιλντισένιες περγαμηνές του κρεμμυδιού καθώς και ο πράσινος κεντριστικός σελιδοδείκτης του γρήγορα απανθρακώνονται από τα στομαχικά υγρά και τα βακτηρίδια των εντέρων.

Μόνο το παντζάρι εγκαταλείπει το σώμα με το ίδιο χρώμα που είχε όταν έμπαινε σ΄ αυτό.

Τα παντζάρια που τρώγονται στο δείπνο, όταν έρθει το πρωί, γεμίζουν τη λεκάνη της τουαλέτας με κοκκινόψαρα που η απόχρωσή τους πιστοποιεί τη χρωματική ασυλία του παντζαριού από τα παντοδύναμα χωνευτικά οξέα και τα αεικίνητα μικρόβια, που μπορούν να μετατρέψουν την πιο κόκκινη πιπεριά, το πιο πορτοκαλί καρότο και το πιο πράσινο κολοκύθι σε μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.

Όταν γεννιόμαστε, είμαστε κοκκινοπρόσωποι, στρογγυλοί, έντονοι και αγνοί.

Μέσα μας καίει η πορφυρή φλόγα της παγκόσμιας συνείδησης.

Βαθμιαία, όμως, καταβροχθιζόμαστε από γονείς, μασιόμαστε από σχολεία, τρωγόμαστε από συμμαθητές, καταπινόμαστε από κοινωνικούς θεσμούς και ροκανιζόμαστε από τις κακές συνήθειες και την ηλικία.

Κι όταν πια μας έχουν μηρυκάσει και χωνέψει αυτά τα έξι στομάχια, βγαίνουμε από μέσα τους σαν μια ενιαία και αηδιαστική καφετιά μάζα.

Το δίδαγμα, λοιπόν του παντζαριού είναι το εξής:

Διατηρείστε τη θεϊκή κοκκινίλα σας, την έμφυτη ροζ μαγεία σας, ειδάλλως θα καταλήξετε καφέ.

Έτσι και καταλήξετε καφέ, ξέρετε τι σας περιμένει: καφές, καφετζούδες, χαρτορίχτρες, τσαρλατάνοι, ψυχοσωτήρες…


Το Άρωμα του Ονείρου, Tom Robbins

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Η ΣΠΕΣΙΑΛΙΤΕ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Το παντζάρι είναι το πιο έντονο ζαρζαβατικό.

Το ραπανάκι αναμφίβολα, είναι πιο καυστικό, αλλά η κάψα του είναι μια παγερή φωτιά, είναι η καούρα της δυσαρέσκειας, όχι η φλόγα του πάθους.

Οι ντομάτες είναι αρκετά εύρωστες κι όμως, τις διαπερνάει ένα υπόγειο ρεύμα ελαφρότητας. Τα παντζάρια έχουν μια θανάσιμη σοβαρότητα. …

Το παντζάρι είναι το μελαγχολικό ζαρζαβατικό, το πιο πρόθυμο να υποφέρει. Δεν μπορείς να βγάλεις αίμα στίβοντας ένα γογγύλι…

Το παντζάρι είναι ο φονιάς που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος.

Το παντζάρι είναι ό,τι ακριβώς συμβαίνει στο κεράσι όταν συνουσιάζεται μ΄ ένα καρότο.

Το παντζάρι είναι ο αρχαίος πρόγονος του φθινοπωριάτικου φεγγαριού, γενειοφόρο, θαμμένο, αλλά όχι απολιθωμένο, είναι τα βαθυπράσινα πανιά της προσαραγμένης φεγγαρόβαρκας ραμμένα με ίνες αρχέγονου πρωτοπλάσματος, είναι το κορδόνι του χαρταετού που κάποτε συνέδεε τη Σελήνη με τη Γη, τώρα ένα λασπωμένο γατομούστακο που σκάβει απελπισμένα για ρουμπίνια…


Το Άρωμα του Ονείρου, Tom Robbins
 

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Μυστικά


Και τον ρώτησε ποιος είναι ο μεγαλύτερος του φόβος. Αυτός δεν απάντησε αμέσως παρότι ήξερε. Το να παραμιλήσει στον ύπνο του ήταν ο μεγαλύτερος του φόβος. Το να πει όλα του τα μυστικά, τις πιο αποτρόπαιες σκέψεις του, τις πιο φρικτές ιδέες που έχει, πράγματα που ντρέπεται να παραδεχτεί ο ίδιος, τα κρύβει από τον εαυτό του και να τα πει άθελα του ενώ κοιμάται. Τελικά απάντησε η μοναξιά.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Muere Lentamente


Αργοπεθαίνει
όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας,
επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει το βήμα του,
όποιος δεν ρισκάρει να αλλάξει χρώμα στα ρούχα του,
όποιος δεν μιλάει σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει
όποιος έχει την τηλεόραση για μέντορα του

Αργοπεθαίνει
όποιος αποφεύγει ένα πάθος,
όποιος προτιμά το μαύρο αντί του άσπρου
και τα διαλυτικά σημεία στο “ι” αντί τη δίνη της συγκίνησης
αυτήν ακριβώς που δίνει την λάμψη στα μάτια,
που μετατρέπει ένα χασμουρητό σε χαμόγελο,
που κάνει την καρδιά να κτυπά στα λάθη και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πανσοφές συμβουλές.

Αργοπεθαίνει
όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει,
όποιος δεν ακούει μουσική,
όποιος δεν βρίσκει το μεγαλείο μέσα του

Αργοπεθαίνει
όποιος καταστρέφει τον έρωτά του,
όποιος δεν αφήνει να τον βοηθήσουν,
όποιος περνάει τις μέρες του παραπονούμενος για τη κακή του τύχη
ή για τη βροχή την ασταμάτητη

Αργοπεθαίνει
όποιος εγκαταλείπει την ιδέα του πριν καν την αρχίσει,
όποιος δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει
ή δεν απαντά όταν τον ρωτάν για όσα ξέρει

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής.

Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία.


Martha Medeiros


Τρίτη 3 Ιουνίου 2014

και Ντοστογιέφσκι




Χα! χα! χα! γελάτε — «θα μας βρει σε λίγο ηδονή και στον πονόδοντο!».
Γιατί όχι; — απαντώ — υπάρχει ηδονή και στον πονόδοντο. Το ξέρω και με το παραπάνω. Είδα πονόδοντο επί ένα ολόκληρο μήνα. Στην περίπτωση αυτή δεν φουρκίζεται κανένας σιωπηλά∙ γογγύζει.
Μα τα γογγύσματα αυτά δεν είναι ειλικρινή∙ είναι γογγίσματα υποκριτικά κι όλα βασίζονται κι εδώ
στην υποκρισία. Στα γογγίσματα αυτά υπάρχει η ηδονή του υποφέροντος, και αν δεν εύρισκε ηδονή, δε θα γόγγυζε. Αυτό το παράδειγμα είναι έξοχο, κύριοι, και θα το αναπτύξω.
Πρώτα — πρώτα αυτά τα γογγίσματα εκφράζουν όλη την ανωφέλεια του πόνου σας, την τόση εξευτελιστική για το άτομό σας, και την αρχική δύναμη της φύσης που δεν τη λογαριάζετε μα από την
οποία υποφέρετε, ενώ εκείνη δεν υποφέρει. Αρχίζετε να καταλαβαίνεται πως υποφέρετε χωρίς να
βλέπετε τον εχθρό σας πως παρά τις φιλοσοφίες όλων των Βάνγκενχάιμ, είσαστε ο σκλάβος των δοντιών σας, πως αν το 'θελε καμιά δύναμη ανώτερη θα έπαυε ο πόνος τους, μα πως αν δεν το θελήσει μπορείτε να υποφέρετε τρεις μήνες ακόμα, και τέλος πως αν δεν σωπάσετε κι εξακολουθήσετε να διαμαρτύρεστε, δε θα σας έμενε πραγματικά άλλη παρηγοριά, παρά να πάρετε ο ίδιος το καμτσίκι και να μαστιγωθείτε ή να δώσετε γροθιές στον τοίχο με όλη τη δύναμή σας, αυτό μόνο μπορείτε να κάνετε!

Λοιπόν, κύριε, μέσα στις βρισιές σας αυτές που φέρνουν το αίμα στα χείλη σας, και στους σαρκασμούς που ακούτε, δεν ξέρω κι εγώ από ποιόν, γεννιέται σιγά — σιγά μια ηδονή, που μπορεί να φτάσει ως τον πιο μεγάλο ηδονισμό. Σας παρακαλώ, κύριοι, ακούστε για μια στιγμή τα γογγίσματα
του μορφωμένου ανθρώπου της εποχής μας όταν του πονούν τα δόντια. Τη δεύτερη ή την τρίτη μέρα, τα γογγίσματά του γίνονται αλλιώτικα: δεν γογγύζει πια επειδή πονούν τα δόντια του μόνο — αν και δεν γόγγυζε σαν κανένας άξεστος μουζίκος, μα σαν άνθρωπος που επωφελήθηκε από τη διανοητική ανάπτυξη και τον πολιτισμό της Ευρώπης, σαν άνθρωπος «που δεν είναι πια προσκολλημένος στο χώμα και στις παραδόσεις της πατρίδας του» όπως λεν σήμερα. Τα γογγίσματά του γίνονται επιθετικά, μοχθηρά, και βαστούν μέρες και νύχτες ολόκληρες. Ξέρει κι ο ίδιος πως αυτά τα γογγύσματα δε θα του προσφέρουν καμιά ανακούφιση. Καλύτερα από τον καθέναν ξέρει πως του κάκου νευριάζει και βασανίζει τους άλλους και τον εαυτό του. Ξέρει πως το ακροατήριο για το οποίο παίζει αυτή την κωμωδία καθώς κι η οικογένειά του τον ακούνε με αηδία, πως δεν πιστεύουν στην ειλικρίνεια των παραπόνων του, και λένε μέσα τους πως, απλούστατα θα μπορούσε να γογγύζει χωρίς ξεφωνητά ψεύτικα, μα κάνει αυτή, τη θεατρική επίδειξη, από μοχθηρία... Λοιπόν ακριβώς στα ξεφωνητά και την αναντρία του αυτή κρύβεται η ηδονή.

«Σας τυραννώ, λέει μέσα του, σας σπαράζω την καρδιά∙ δεν αφήνω να κοιμηθεί κανένας στο σπίτι.
Όχι, δε θα κοιμηθείτε∙ θα νοιώθετε κάθε ώρα και στιγμή πως πονούν τα δόντια μου. Δεν είμαι πια
για σας ο ήρωας που ήμουν υποχρεωμένος ως τώρα να φαίνομαι, αλλά ένας σιχαμερός κύριος, ένας
άναντρος! Έστω! είμαι κατηγορούμενος που το καταλάβατε. Ξέρω πως αηδιάζετε που ακούτε τα
γογγίσματά του. Λοιπόν, τόσο το χειρότερο για σας: θα σας κάνω ν' ακούσετε κι άλλα ακόμα!...».

Δεν καταλάβατε ακόμα, κύριοι; Όχι, γιατί φαίνεται ότι πρέπει να 'ναι κανένας πολύ εξελιγμένος κι
ευσυνείδητος για να μπει στις λεπτότητες μέσα της ηδονής αυτής. Γελάτε; Είμαι κατενθουσιασμένος, κύριοι. Τ' αστεία μου, βέβαια, δεν είναι του γούστου σας, είναι χοντροειδή, σκοτεινά, ακαθόριστα. Κι ο λόγος είναι γιατί δε σέβομαι τον εαυτό μου. Πείτε μου: ένας άνθρωπος που έχει νοιώσει βαθιά τον εαυτό του, μπορεί να τον σέβεται;

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Έρωτας


Καπνός ο έρωτας, που η λαύρα των στεναγμών στηρίζει:
όταν ελευθερώνεται ο καπνός, φωτιά η ματιά των εραστών γυαλίζει,
αλλ' όταν εμποδίζεται, θάλασσα ολόκληρη δακρύων αναβλύζει.
Τι άλλο είν' ο έρωτας; Τρέλα γεμάτη σωφροσύνη,
θανατηφόρο δηλητήριο και γιατρικό που όμορφη ζωή μας δίνει.

Ρωμαίος και Ιουλιέτα

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Oz


Μπορείς να αποδράσεις από το Οζ
You can escape from Oz
με πονηρούς τρόπους
in subtle ways
Ηρωίνη, αλκοόλ...
Heroin, alcohol...
Μπορείς να γεμίσεις το κεφάλι σου
You shellac your brain
με χημικά και είναι σχεδόν το ίδιο καλό
with chemicals and it's almost as good
όπως το να ήσουν ελεύθερος
as being free




Το πρόβλημα είναι,
Problem is, 
ότι κάνεις πολλά ναρκωτικά
you do too many drugs
και γίνεσαι κρατούμενος
and you become a prisoner
διαφορετικού είδους
of a different sort


Και είναι ακόμα πιο δύσκολο
And it's even harder to escape
να αποδράσεις από το κενό που ακολουθεί
the emptiness that follows


_________________________________________________________________


Too many prisons
Πολλές φυλακές
And not enough schools
και λιγοστά σχολεία
Too many weapons
Πολλά όπλα
And not enough tools
και λιγοστά εργαλεία
Not enough teachers
Λιγοστοί καθηγητές
Too many fools
πολλοί ανόητοι



But me...
Αλλά εγώ...
l'm from where fights is born
Είμαι από εκεί που γεννήθηκε ο αγώνας
l'm from where nights is dawned
Από εκεί που οι νύχτες ξημέρωσαν
l'm from the ingredients
Είμαι φτιαγμένος από τα υλικά
Spit from the sun
που έφτυσε ο ήλιος
l formed an allegiance with the number one
Έκανα συμμαχία με το νούμερο ένα
The letter A
Το γράμμα Άλφα
The beginning of the day
Το ξεκίνημα της ημέρας
The way, the wisdom
Τον τρόπο, τη σοφία
The wish, the will
Την ευχή, τη θέληση
The river, the tree, 
Το ποτάμι, το δέντρο
The try, the trek 
Την προσπάθεια, το ταξίδι
The rub of the neck
Το τρίψιμο του λαιμού
The ball of the foot
Τη μπάλα του ποδιού
The back of the thigh
Το πίσω μέρος του μηρού
The glimmer of their eye
Το αμυδρό φως των ματιών τους



I have taken on the likeness of love
Έχω πάρει την μορφή της αγάπης
The harbour of hate
Το λιμάνι του μίσους
The hell of here
Την κόλαση του εδώ
And the wonder of the where after
Και την απορία του μετά
l've discerned the disaster
Έχω διακρίνει την καταστροφή
And drank Dom Perignon
Και έχω πιει Ντομ Περινιόν
And Armageddon
Και Αρμαγεδδών
l have drank the sacred ambrosia
Έχω πιει την Ιερή Αμβροσία
Housed in the chalice
Που κατοικεί στο Άγιο Δισκοπότηρο
Of the rebellious cherubim
Από τον ανυπότακτο Χερούβ
Disguised as quarter juices
Μεταμφιεσμένη σε μικρό μπουκαλάκι χυμού



l have died toothless
Έχω πεθάνει φαφούτης
And been reborn 144,000 times
Και έχω αναγεννηθεί 144.000 φορές
l've got 144,000 rhymes
Έχω 144.000 ρίμες
For every brain cell
Για κάθε κύτταρο του εγκεφάλου



But l waste away in a cell...
Αλλά τα έχασα σε ένα κελί...


Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

Τα Αντικλείδια


Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν' ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

Γιώργης Παυλόπουλος

Σάββατο 29 Δεκεμβρίου 2012

Happily ever after?


Έχοντας πει ήδη λίγα πράγματα για την ιστορία του μικρού καραβιού σήμερα θα μιλήσουμε για παραμύθια. Βασικά θα μιλήσουμε για άσχημα τέλη σε παραμύθια. Έτσι, να 'ναι λίγο ενδιαφέρον.

Όσο διαβάζετε τα παρακάτω επιβάλλεται να ακούτε αυτό το κομμάτι.



Ας αρχίσουμε με την Μικρή Γοργόνα. Στην εκδοχή του Disney η Μικρή Γοργόνα έχοντας βγάλει πόδια και έχοντας πάρει πίσω την φωνή της παντρεύεται τον βασιλιά. Παρένθεση. Η μελωδία που τραγουδάει η Άριελ μου θυμίζει το Nude των Radiohead. Κλείνει η παρένθεση. Στον αυθεντικό μύθο όμως, η Μικρή γοργόνα δεν παντρεύεται τον πρίγκιπα. Εκείνος προτιμάει μια άλλη πριγκίπισσα. Μετά της δίνεται ένα μαχαίρι για να τον σκοτώσει αλλά αυτή επιλέγει να πέσει στην θάλασσα και να γίνει ένα με τον αφρό. Ωραία δεν αρχίσαμε;


Συνεχίζουμε με την Κοκκινοσκουφίτσα. Εδώ υπάρχουν πολλές εκδοχές. Αυτή που λέγεται συνήθως είναι ότι ο Λύκος τρώει την γιαγιά και την Κοκκινοσκουφίτσα και ενώ κοιμάται, ένας κυνηγός τις βγάζει από την κοιλιά του και τον σκοτώνει ή στο ακόμα πιο ανάλαφρο τέλος δεν τον σκοτώνει αλλά τον γεμίζει με πέτρες. Η "αληθινή" ιστορία βέβαια σταματάει πιο νωρίς. Δεν υπάρχει ούτε κυνηγός αλλά ούτε και γιαγιά. Δηλαδή υπάρχει αλλά δεν εμφανίζεται. Η κοκκινοσκουφίτσα ρωτάει τον λύκο για το πως θα πάει στην γιαγιά της (λες και ξέρει ο λύκος, τι χαζό κορίτσι!) και εκείνος λίγο αργότερα την τρώει με το μήνυμα της ιστορίας να είναι απλό. Μη μιλάς σε αγνώστους. Ξέρω δεν μείνατε ευχαριστημένοι. Γι' αυτό θα σας πω και κάποιες άλλες εκδοχές. Μία εκδοχή λέει ότι ενώ ο λύκος έφαγε την γιαγιά, χρησιμοποίησε τα εντόσθια της για να φτιάξει ξανά την κλειδαριά στην πόρτα. Μετά ήρθε η Κοκκινοσκουφίτσα και επειδή πεινούσε, ο Λύκος ως γιαγιά της, της πρόσφερε να φάει. Της έδωσε λοιπόν ρύζι (τα δόντια της), κρέας (τα σαγόνια της) και να πιει κρασί (το αίμα της). Στη συνέχεια η κοκκινοσκουφίτσα έβγαλε τα ρούχα της κάνοντας στριπτίζ (ΓΙΑ ΠΟΙΟ ΛΟΓΟ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΣΤΡΙΠΤΙΖ ΣΤΗΝ ΓΙΑΓΙΑ ΣΟΥ;), ξάπλωσε στο κρεβάτι με τον λύκο και τότε κατάλαβε ότι δεν είναι η γιαγιά της και έτρεξε να φύγει. Φυσικά την έφαγε.


Συνεχίζουμε με ένα ακόμα παραμύθι των αδελφών Γκριμ (δεν ξέρω που την βρίσκουν τόση κακία μέσα τους), τον Αυλητή του Χαμελίν. Η σύγχρονη ιστορία λέει πως συμφώνησε με ένα χωριό να διώξει όλους τους αρουραίους με τον μαγικό του αυλό έναντι πληρωμής. Τελικά διώχνει τους αρουραίους αλλά οι χωρικοί δεν πληρώνουν, γι' αυτό διώχνει και τα παιδιά που μετά τα επιστρέφει αφού οι χωρικοί του έδωσαν τα χρήματα. Στην ορίτζιναλ εκδοχή τα παιδιά δεν σώζονται αλλά πνίγονται στη θάλασσα όλα εκτός ενός αγοριού ανάπηρου. Μελετητές μάλιστα λένε ότι υπάρχουν και  υποδηλώσεις παιδοφιλίας σε αυτό το παραμύθι.


Η αγαπημένη μου ιστορία όσον αφορά το σκοτεινό τέλος είναι μάλλον αυτή της Ωραίας Κοιμωμένης. Στην διασκευή η Ωραία Κοιμωμένη τρυπάει το δάχτυλό της, κοιμάται για πόσα χρόνια και στο τέλος που ο πρίγκιπας την φιλάει, αυτή ξυπνάει. Στην αρχική εκδοχή όμως δεν γίνεται έτσι. Ο πρίγκιπας βλέποντας την πριγκίπισσα να κοιμάται, τι άλλο να κάνει; Την βιάζει. Αυτή μένει έγκυος και  9 μήνες μετά ενώ ακόμα κοιμάται γεννάει δύο παιδιά. Τελικά ξυπνάει γιατί το ένα μωρό πιπίλιζε το δάχτυλο της και έβγαλε το κομμάτι λιναριού που την κρατούσε στον ύπνο.


Επόμενο παραμύθι που θα ασχοληθούμε είναι αυτό με τον Χάνσελ και την Γκρέτελ. Τα δυο παιδιά εφόσον οι γονείς τους τα εγκατέλειψαν γιατί δεν είχαν να τα ταΐσουν, καταλήγουν σε ένα σπίτι με γλυκά, εκεί η κακιά μάγισσα είναι έτοιμη να τα φάει αλλά αυτά δραπετεύουν ρίχνοντας τη στη φωτιά και γυρίζουν σπίτι με πολλά γλυκά για να ζήσουν μόνο με τον πατέρα τους καθώς η μητέρα πέθανε από τις τύψεις της εγκατάλειψης. Στην πρώτη γαλλική εκδοχή αντί για κακιά μάγισσα έχουμε διάβολο. Τα παιδιά πάνε να τον ξεγελάσουν αλλά αυτός το καταλαβαίνει και φέρνει έναν τρίποδα πριονίσματος για να τα σφάξει. Τα παιδιά προσποιούνται πως δεν ξέρουν πώς να κάτσουν γι' αυτό η γυναίκα του διαβόλου πάει να τους δείξει. Τότε τα παιδιά τής κόβουν το κεφάλι και γλιτώνουν. Σε άλλες γερμανικές εκδοχές που έχουμε την κακιά μάγισσα, αυτή στο τέλος τρώει τα παιδιά.


Συνεχίζουμε με ένα από τα χειρότερα για μένα παραμύθια, που (δεν) κρύβει πολύ μίσος: την Σταχτοπούτα. Στην μοντέρνα εκδοχή είναι φυσικά καλύτερο. Δείχνει και η Σταχτοπούτα την ανωτερότητα της. Ο μύθος είναι πολύ παλιός όμως με ρίζες από την αρχαία Ελλάδα ως "Ροδόπις" και αρχαία Κίνα ως "Yeh-Hsien". Έτσι σε άλλες πιο σκοτεινές εκδοχές δείχνει και το πόσο εκδικητική είναι. Στην ιστορία των αδερφών Γκριμ οι αδερφές της Σταχτοπούτας κόβουν τα δάχτυλα τους για να χωρέσουν στο γοβάκι ύστερα από εντολή της μητριάς και όλα αυτά με πολύ λεπτομερή περιγραφή. Ενώ σε άλλες εκδοχές ο πρίγκιπας το καταλαβαίνει από το αίμα, σε αυτή των Γκριμ του το λένε δύο περιστέρια που αργότερα βγάζουν τα μάτια των αδελφών και καταλήγουν τυφλές ζητιάνες. Επίσης στην ιστορία των Γκριμ δεν είναι νεράιδα αυτή που την μεταμορφώνει αλλά ένα δέντρο που φύτρωσε στον τάφο της πραγματικής της μητέρας και ποτιζόταν από τα δάκρυα της Σταχτοπούτας.



Πάμε στην ιστορία της Χιονάτης. Ο Ντίσνευ ευτυχώς από τη μία έκρυψε πολλά πράγματα σχετικά με τις πρώτες εκδοχές. Από την άλλη όμως, στην ταινία του έχει κάποιες από τις πιο τρομακτικές σκηνές που βλέπουν τα μικρά παιδιά όπως την μεταμόρφωση της βασίλισσας σε κακάσχημη γριά που αργότερα πέφτει από τον γκρεμό μέσα στην καταιγίδα. Στην κανονική εκδοχή η βασίλισσα δεν ζητάει την καρδιά της Χιονάτης αλλά το συκώτι της και τα εντόσθια της για να τα φάει για βραδινό! Επίσης η Χιονάτη δεν ξυπνάει από μαγικό φιλί αλλά από τα τραντάγματα που νιώθει καθώς ο πρίγκιπας την κουβαλάει με το άλογο του στο κάστρο του για να κάνει σεξ μαζί της. Οι πηγές μου δεν διευκρίνισαν αν κατάλαβε ότι είναι ζωντανή ή είναι νεκρόφιλος αλλά λένε κάτι πιο αστείο. Η Χιονάτη στην αρχή της ιστορίας είναι 7 χρονών οπότε το πολύ να μεγάλωσε δύο χρόνια άρα ο πρίγκιπας εκτός αν είναι δεκάχρονος είναι σίγουρα παιδόφιλος. Τέλος υπάρχουν εκδοχές που η κακιά βασίλισσα βασανίζεται και την αναγκάζουν να φορέσει κάτι κόκκινα καυτά μαγικά παπούτσια που την κάνουν να χορέψει μέχρι θανάτου κάτι που θυμίζει και την παρακάτω ιστορία.



Την ιστορία του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν με τα κόκκινα παπούτσια. Το κορίτσι φοράει τα παπούτσια παρότι της είπαν να μην τα βάλει και αυτά την κάνουν να χορεύει τόσο πολύ που δεν μπορεί να το ελέγξει για να τα βγάλει. Φεύγει από το χωριό, πηγαίνει στο δάσος χορεύοντας ασταμάτητα και αφού έχει αρχίσει να εξαντλείται και να κλαίει λέει σε έναν ξυλοκόπο να την γλιτώσει. Αυτός της κόβει τα πόδια και τα πόδια φεύγουν χορεύοντας στα κόκκινα παπούτσια. Δεν πιστεύω να πιστέψατε πως το κορίτσι έζησε μετά καλά έστω χωρίς πόδια. Όταν γύρισε στο χωριό προσευχήθηκε στον Θεό να την πάει κοντά στου γονείς της γιατί ήταν και ορφανή και πέθανε. Κάτι σαν το τέλος από το Κοριτσάκι με τα σπίρτα που πέθανε ορφανή μέσα στο κρύο.


Και μιας και είπα παραμύθια που και στις τελευταίες τους εκδόσεις είναι αρκετά φρικτά πάμε στην ιστορία του Πιστού Ιωάννη. Αναφέρεται σε έναν υπηρέτη, τον Ιωάννη, ο οποίος είχε αναλάβει τη φύλαξη και την προστασία με κάθε τρόπο ενός βασιλιά, ακόμα και αν χρειαζόταν να δώσει τη ζωή του. Σε κάποια φάση ο πιστός Ιωάννης γίνεται θύμα μιας κατάρας, και μετατρέπεται σε πέτρα. Ο βασιλιάς οδύρεται για τον χαμό του και φωνάζει πως θα έκανε τα πάντα για να τον έφερνε ξανά πίσω. Τότε η πέτρα λέει στον βασιλιά "Μπορείς αν θέλεις, αρκεί να θυσιάσεις ό,τι πολυτιμότερο έχεις.". Ο βασιλιάς δέχεται, και η πέτρα του λέει πως πρέπει να κόψει με τα ίδια του τα χέρια τα κεφάλια των παιδιών του και να αλείψει την πέτρα με το αίμα τους. Ο βασιλιάς αποκεφαλίζει τα παιδιά του και πασαλείβει με το αίμα τους την πέτρα, η οποία ζωντανεύει και μετατρέπεται ξανά στον πιστό Ιωάννη! Τελικά τα παιδιά ζωντανεύουν ξανά κι αυτά με τη σειρά τους, και έζησαν αυτοί καλά, ενώ εμείς έχουμε μείνει με το στόμα ανοιχτό ύστερα από τέτοιο λουτρό αίματος!


Για το τέλος άφησα ένα παραμύθι που η αναθεωρημένη εκδοχή δεν το κάνει να το λες καλό μιας και λέγεται...κρατηθείτε...Το κορίτσι χωρίς χέρια. Στην νέα εκδοχή ο διάβολος προσφέρει σε έναν άντρα πλούτο με αντάλλαγμα να του δώσει ότι βρίσκεται πίσω από τον μύλο του. Ο άντρας νομίζοντας ότι είναι μια μηλιά δέχεται αλλά τελικά ήταν η κόρη του. Ο διάβολος προσπαθεί να την πάρει αλλά δεν μπορεί επειδή είναι ιδιαίτερα αγνή γι' αυτό και απειλεί ότι θα πάρει τον πατέρα εκτός αν η κόρη αφήσει τον πατέρα να της κόψει τα χέρια. Έτσι και γίνεται. Σκεφτείτε τώρα ότι αυτή είναι η νέα εκδοχή. Σε παλιότερες έχουμε την κόρη να κόβει μόνη της τα χέρια της για να σταματήσει ο αδερφός της να θέλει να την βιάσει ή τον πατέρα να της τα κόβει επειδή αυτή αρνείται να κάνει σεξ μαζί του.



Φυσικά δεν είναι τα μόνα παραμύθια που έχουν άσχημο τέλος στις παλιές εκδοχές (Ραπουνζέλ, Χρυσομαλλούσα, Ψεύτης Βοσκός) ή και στις τελευταίες τους (Μολυβένιος Στρατιώτης) αλλά διάλεξα τα πιο πικάντικα και λεπτομερή.

Όλα αυτά τα παραμύθια πάντως έχουν κάποιο ηθικό δίδαγμα. Για παράδειγμα το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ αποτελούσε καταγγελία για τις κοινωνικές δομές της εποχής: Τα παιδιά εγκαταλείπονται στο δάσος από τους ίδιους τους γονείς τους, λόγω του υποσιτισμού. Φυσικά όμως δεν γίνεται να λες τέτοια πράγματα στα παιδιά.

Κάτι άλλο που αξίζει αναφοράς είναι ότι στα περισσότερα παραμύθια οι καλοί είχαν ξανθά μαλλιά και οι κακοί μαύρα. Αυτό συναντάται κυρίως γιατί τα παραμύθια είναι γερμανικά και αυστριακά και έδειχναν ως καλό τον εαυτό τους. Ένα πολύ καλό παράδειγμα επίσης είναι αυτό της Στρουμφίτας που την φτιάχνει ο Δρακουμέλ μελαχρινή για να κατασκοπεύσει τα Στρουμφάκια και ύστερα ο Μπάμπα-Στρουμφ όταν την κάνει καλή γίνεται ξανθιά. Παρένθεση. Πολλοί πιστεύουν ότι τα Στρουμφάκια λέγονται κανονικά Σμερφς. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Σμερφς λέγονται στα αγγλικά. Στα βελγικά (γαλλικά) λέγονται κανονικά Στρουμφς. Κλείνει η παρένθεση. Πλέον που υπάρχουν παραμύθια και ταινίες για περισσότερους λαούς (Μουλάν, Ποκαχόντας, Ηρακλής) έχουμε φυσικά και μελαχρινούς καλούς ήρωες αλλά πάλι δυσκολευόμαστε λίγο να βρούμε ξανθούς κακούς.

Πιστεύω πως ήταν πολύ ενδιαφέρον το σημερινό ποστ. Κλείνω με μια αγαπημένη μου φράση

Τα παραμύθια είναι για να κοιμούνται τα παιδιά και να ξυπνάνε οι μεγάλοι.


*πηγή το google με αναζήτηση gruesome fairy tales origin και το φονικό κουνέλι για την ιστορία του πιστού Ιωάννη.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Κατερίνα Γώγου


Καμιά φορά ανοίγει η πόρτα σίγα σιγά και μπαίνεις.
Φοράς άσπρο κάτασπρο κουστούμι και λινά παπούτσια.
Σκύβεις βάζεις στοργικά στη χούφτα μου
72 φράγκα και φεύγεις.
Έχω μείνει στη θέση που μ’ άφησες
για να με ξαναβρείς.
Όμως πρέπει νά ‘χει περάσει πολύς καιρός
γιατί τα νύχια μου μακρύνανε
κι οι φίλοι (μου) με φοβούνται.

Κάθε μέρα μαγειρεύω πατάτες
έχω χάσει την φαντασία μου
κι όταν ακούω «Κατερίνα» τρομάζω.
Νομίζω πως πρέπει να καταδώσω κάποιον.

Έχω φυλάξει κάτι αποκόμματα με κάποιον
που λέγανε πως είσαι συ.
Ξέρω πως λένε ψέματα οι εφημερίδες,
γιατί γράψανε πως σου ρίξανε στα πόδια.
Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια.
Στο μυαλό είναι ο Στόχος,
το νου σου ε;

"Καμιά Φορά"

Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Σαχτούρης


Άκου!
σου έλεγα τότε την αλήθεια
την ήξερα τότε την αλήθεια

— Όχι, μου έλεγες
τα πουλιά φυτρώνουν
τα γουρούνια πετάνε
τα λουλούδια περπατάνε
οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

σου έδειχνα ένα πουλί
έλεγες — Είναι λουλούδι
σου έδειχνα ένα λουλούδι
όχι, έλεγες — Είναι πουλί

κι οι άνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα εγώ βλέπω το φεγγάρι
αυτό το σπασμένο σπαστικό
παιδί
που ο Ιούλιος Βερν
έλεγε κάποτε:
— Οι άνθρωποι θα το κατοικήσουν

βλέπω
αυτό το μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
που ρίχνουν κάθε μέρα με κρότο
πάνω του πρόκες
κι επιμένουν
να τ' ονομάζουν
ΓΗ

ίσως να είχες δίκιο τότε

γι' αυτό μπόρεσες και έζησες
γι' αυτό μπόρεσα καί έζησα
ΑΥΓΗ

"Ο Άγγλος ζωγράφος και ποιητής 
Dante Gabriel Rossetti 
γράφει με το χέρι μου 
ένα ποίημα."

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ο δρόμος προς την αγάπη


ο 
δρόμος προς την 
αγάπη 
είναι σπαρμένος 
μάτια γατιών 
μεσ' στο σκοτάδι 
και τη σιωπή 
π' απλώνεται γύρω 
σα δίχτυ χαράς 
ο δρόμος προς 
την αγάπη 
είναι νυχτερινός 
πηγαίνει ψηλά 
και φτάνει 
εκεί όπου 
το μπλε 
του κοβαλτίου 
κι ακόμη το κίτρινο 
-του καδμίου- 
δεν είναι πια τα χρώματα 
με τα οποία 
βάφω 
τις ζωγραφιές μου 
αλλά λεπτές 
μουσικές 
άρπας 
κινύρας 
και 
σείστρων 
φυγής 

σείστρων 
φυγής 
σιγής 
γης 

Στα όρη της Μυουπόλεως Ι-ΙΙΙ
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής





Τετάρτη 8 Αυγούστου 2012

και τώρα τι;


Ήμουν μικρός
σε μια σκιά
για προδοσία έλεγα.
Απ' τη σκιά βγήκε αργά
γέρος σοφός με είδε που έκλαιγα. 

Ήρθε κοντά και μου είπε "πέτα
πέτα και φύγε μακριά"
του λέω: "πώς;
φτερά δεν έχω"
μου λέει: "μα ούτε ο νους έχει φτερά
κι όμως πετάει.
πετάει ψηλά.
για να λησμονήσεις τους πόνους σου
πέτα και φύγε μακριά"

κι έτσι πέταξα
μήπως και βρω επιτέλους χαρά
όσους με γέλασαν κι όσους με πρόδωσαν δεν θα τους έβλεπα πια
γνώρισα νέους φίλους
μικρά πουλιά
ακόμη και δράκους
με μεγάλα φτερά.

και τώρα τι;
είναι καλά εδώ;
με τα πουλιά
να κάτσω;
δεν θα με πληγώσουν κι αυτά
ή δεν ανήκω εδώ;
χωρίς συναίσθημα
δεν υπάρχει χαρά

-δεν έφυγα όμως
φοβήθηκα-

πλέον μεγάλωσα
άσπρες τρίχες έβγαλα
και γη ακόμα δεν έχω πατήσει
ονειροπόλος έγινα
και το μετάνιωσα
που όταν σκέφτηκα
αν θα μπορούσα αλλιώς να 'χα ζήσει
ο φόβος εύκολα με είχε νικήσει

στον χρόνο πίσω γύρισα -μια λούπα η ζωή μου-
και μου είπα μη φύγεις
τα προβλήματα είναι πολύ μικρά
τη ζωή για να παρατήσεις
Δεν ήμουν σοφός
ήμουν δειλός.
κι ο πόνος χρειάζεται 
αν θέλεις στα αλήθεια να ζήσεις.


Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Το γλωσσάριο των ανθέων



Την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτεια ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
τη γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο

νυν ή αεί;
αεί
αυτόν ή άλλον;
αυτόν
εσένα ή άλλον;
εσένα
το άλφα ή το ωμέγα;
το άλφα
την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
την λύπην ή την ανίαν;
την λύπη
τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

ν΄ αγαπιέσαι ή ν΄ αγαπάς;
ν΄ αγαπώ.

Νίκος Εγγονόπουλος

Τρίτη 24 Ιουλίου 2012

Το Άρωμα του Ονείρου


"Αχ, λατρεύω τα φερμουάρ. Τα φερμουάρ μου θυμίζουν κροκόδειλους, αστακούς, και περουβιανά ερπετά. Μακάρι να είχε το τουίντ παντελόνι μου περισσότερα απο ένα φερμουάρ... Τα φερμουάρ είναι πρωτόγονα και συνάμα μοντέρνα. Απο τη μία, το δικό σου φερμουάρ είναι αρχέγονο και ερπετοειδές, και απο την άλλη, μηχανικό και κομψό. Το φερμουάρ είναι το σημείο όπου η Βιομηχανική Επανάσταση, συναντιέται με την Λατρεία της Κόμπρας, δε συμφωνείς? Αχ, μικροί αλιγάτορες έκστασης, να τι είναι το φερμουάρ. Και συνάμα πολύ σέξυ. Το κουμπί είναι σοβαροφανές και σνομπ. Υπάρχει κάτι το Βικτωριανό σε μια σειρά κουμπιών. Αλλά ένα φερμουάρ, αχ, ένα φερμουάρ είναι ίδιος ο όφις στην πύλη της Εδέμ περιμένοντας να συνοδέψει έναν αληθινό πιστό στον Κήπο του Παραδείσου. Μμμ, φερμουάρ μου φερμουαράκι μου, με το κρεμασμένο κεφάλι σου σαν απολιθωμένη σαύρα, φάντασμα οχιάς που κλειδαμπαρώνουμε κάθε πρωί για να επικοινωνήσουμε μαζί σου τη νύχτα"

Tom Robbins