Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εγγονόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 16 Αυγούστου 2012

Ο δρόμος προς την αγάπη


ο 
δρόμος προς την 
αγάπη 
είναι σπαρμένος 
μάτια γατιών 
μεσ' στο σκοτάδι 
και τη σιωπή 
π' απλώνεται γύρω 
σα δίχτυ χαράς 
ο δρόμος προς 
την αγάπη 
είναι νυχτερινός 
πηγαίνει ψηλά 
και φτάνει 
εκεί όπου 
το μπλε 
του κοβαλτίου 
κι ακόμη το κίτρινο 
-του καδμίου- 
δεν είναι πια τα χρώματα 
με τα οποία 
βάφω 
τις ζωγραφιές μου 
αλλά λεπτές 
μουσικές 
άρπας 
κινύρας 
και 
σείστρων 
φυγής 

σείστρων 
φυγής 
σιγής 
γης 

Στα όρη της Μυουπόλεως Ι-ΙΙΙ
Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής





Πέμπτη 2 Αυγούστου 2012

Το γλωσσάριο των ανθέων



Την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτεια ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
τη γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο

νυν ή αεί;
αεί
αυτόν ή άλλον;
αυτόν
εσένα ή άλλον;
εσένα
το άλφα ή το ωμέγα;
το άλφα
την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
την λύπην ή την ανίαν;
την λύπη
τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη

ν΄ αγαπιέσαι ή ν΄ αγαπάς;
ν΄ αγαπώ.

Νίκος Εγγονόπουλος

Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Εγγονόπουλος




«… πολύ σιωπηλά είναι όλα, κι η σιωπή είναι
καλή μονάχα σαν κλείνει μέσα της χαρά.
Αλλιώς τη φοβάμαι…» -Λη

τα σπέρματα
των λυκανθρώπων
κουράζουν
τα πηδάλια
του ορίζοντος
ριχτούν
αναμμένες φλογέρες
μέσα
στα ματωμένα φουστάνια
που κρέμονται

στα πυκνά κλαριά
των δέντρων
πνίγουν κοράκια
μεσ' στους καθρέφτες
ζητούν
τη δικαιοσύνη
και τον οίκτο
των
παιδιών

εγώ
-όμως-
βάζω κόκκινα λουλούδια
μεσ' στα μαλλιά της
ορθώνομαι
ολόγυμνος
μέσα σε κήπους
πορφυρούς
χάνομαι
μέσα σε
σκοτεινές σπηλιές
που κρυφτούν
βαθιά
ραφτομηχανές
και ψάρια
κίτρινα
που μιλούν
σα λουλούδια

κι ίσως
εγώ να είμαι πια
αυτός ο λυκάνθρωπος

των αστραπών
αυτός που λεν
-σα βραδιάζει-
ο «άνθρωπος παρένθεσις»
μες στις φυσούνες
της πλεκτάνης
στα
σάβανα
της πορείας
εν ώρα
νυκτός
όταν
πεθαίνει
ένα πουλί
σα θειαφοκέρι

κι έτσι πέφτουν
-σταλαματιά, σταλαματιά-
στους κρόταφους
των απεγνωσμένων
κλειδοκυμβάλων
τα ζευγάρια
των απογοητευμένων
κι ένα
βαρύ σύννεφο
από μακριά
ξανθά μαλλιά
-με μάτια φαιά-
πετάει αθόρυβα
μες σε
στενόμακρα υπόγεια
οπ' ανθούν μόνο
λιμάνια

και
γυπαετοί

κι είναι η σιωπή
φωτιά
μιαν ανεμόσκλα
που τοποθετούν
προσεκτικά
στα χείλια
κι ένα άσπρο
άλογο
που είναι
ένα δέντρο
κοντά στη θάλασσα
κι ένα κόκκινο
άλογο
σαν
σημαία

και τρέχω
πάνω στα νερά
-ακούραστα-
με το λυρικό
ποδήλατο
με την περικεφαλαία
της αγάπης

κι όταν φτάσω
στο τελευταίο
σκαλί
της σκοτεινής
αυτής σκάλας

κι ανοίξω
την πόρτα
του δωματίου
τότες μόνε αντιλαμβάνομαι
πως το δωμάτιο
ήταν
-είναι-
ένας μεγάλος κήπος
γιομάτος μουσική
και
ζωγραφιές

-ένα δωμάτιο
γεμάτο σεντόνια
ριχμένα
μέσα στον κήπο-

σεντόνια
π' άλλα ανεμίζανε
σα σημαίες
κι ωσάν
υελοπίνακες
κι άλλα ήτανε
ριχμένα κάτω
σαν καθρέφτες
κι άλλα
μιλούσαν
λέξεις άναρθρες
σαν καπνοδόχες
κι άλλα στρωμένα
σε κρεβάτια
σαν κομήτες

άλλα έμοιαζαν
κανάτια
άλλα ήτανε
σαν προβοσκίδες
κι άλλα
έντυναν
με δροσιά
και τραγικές κραυγές
γυναίκες ολόγυμνες
κι ωραίες

έτσι
που πρέπει
-ίσως ναν κι ανάγκη απόλυτη-
να παραβάλω
την όλη
κατάσταση
μ' ένα γυαλί
που όταν
βάζεις
το μάτι
βλέπεις
ένα βαθύ
πηγάδι
και στο
βάθος
ένα
πουλί